Greek English French Nederlands Deutsch Svenska Danish Finnish Norwegian Russian
Checz
 
 
 Πορεία στον τόπο και στο χρόνο 04-12-2010 (Ιφιγένεια Ι. Μπομπολάκη Βουρδουμπά, Ποιήτρια-Μαντιναδολόγος)
 

Πορεία στον τόπο και στο χρόνο 04-12-2010

Οντε κινάς για Κίσσαμο και φτάξεις στο Γεράνι

πάρε ζερβά τη στράτα σου, κοντά είναι το Λουτράκι.

Μα μη σταθείς εις τσ’ ομορφιές και πεις επα τελειώνου,

συνέχισε το δρόμο σου να φτάξεις στο χωριό μου.


Τ’ όμορφο Μανωλιόπουλο με τσι πολλούς μπαξέδες,

ελαιώνες και πορτοκαλιές, τσ’ αθρώπους τσοι λεβέντες.

Κι αν ψάχνεις ρίζες και ρωτάς πως πήρε το όνομα του,

στην ιστορία ανάτρεξε, να μάθεις τα δεινά του.


Κρήτη μου που δοκίμασες πίκρες πολλές και πάθη,

από τσοι τούρκικες ορδές, μα όμως δεν εχάθεις.

Έτσι και τούτο το χωριό φόρο αίματος πληρώνει,

γιατί μια νιά περήφανη τον τούρκο Αγά σκοτώνει.


Εις την αχλάδα τούπεξε του τούρκου εις το μπέτη,

μπλοιό ντου να μη παιζογελά  τσι νιές να κάνει  ζεύκει .

Απροσκύνητες οι Κρητικές για μια ιδέα ζούνε ,θρησκεία,

πατρίδα και τιμή με ευλάβεια κρατούνε.


Επέρασε πολύς καιρός τούρκος μιλιά δε βγάνει,

αμπόμπανε   ο σκοτωμός, του κουτσουκλή το νάμι,

μα πριν χιονίσει σιγαλιά απλώνεται στην πλάση

κι΄στερα χιονοθύελλα μεγάλη θα ξεσπάσει.


Έτσα μια νύχτα βροχερή που άστραφτε και βρόντα,

άγριο λεφούσι φάνηκε και χάλα κάθε πόρτα.

Έκαψαν και σκοτώσανε όλους τσοι Καλιβιότες,

τα σπίτια γίναν τρόχαλος, στάχτη οι σκεπές κι πόρτες.



Επρόβαλε τη χαραυγή μαυροντυμένη μοίρα ,

με μοιρολόι γονάτισε πάνω στ’ αποκαΐδια.

Όμως  άγιος του χωριού φύλαξε μιαν ‘ ελπίδα,

το Χατζιδάκη το Μανωλιό, στσοί μέλισσες του που ήταν.

Γυρίζει βλέπει το χαλασμό και πόνεσε η ψυχή του,

σκάβει το χώμα και φιλεί και έχε γειά του λέει,

να περιμένετε ψυχές μα να γυρίσω θέλει.



Παίρνει καράβι και έφυγε σε άλλο τόπο πάει,

ερίζωσε και βλάστησε, κλώνους   καινούργιους βγάνει,

και μια και δυο μπαρκάρισε και φτάνει εις τη Κρήτη

και τσι καλύβες φώτισε σαν τον αποσπερίτη.


Έψαξε στα ερείπια να βρει τα γονικά του,

πέτρα την πέτρα στέλιωσε και χτισε τη γωνιά του,

σιγά σιγά σιμώσανε κι άλλοι κυνηγημένοι

και χτίσανε ντο το χωριό, που κι εδά πομένει


Και το όνομα του Μανωλιό εδώκαν στσι Καλύβες

και λεντο Μανωλιόπουλο και έχει και νιους Ασήτες.

Τρέχανε ρυάκια απ’τσι πλαγιές στσι ρίζες των πλατάνων

και ξαποστέναν οι δουλευτές στον ίσκιο των ‘ποκάτω.


Μα ο καιρός στο διάβα ντου ούλα τα μεταλλάσει,

κόψαν το γέρο πλάτανο και σιάζουνε πλατεία,

τώρα τα αυτοκίνητα περνούν με μεγαλεία.

Χτίσαν καινούργια εκκλησιά  στη χάρη τ αϊ Γιάννη

στη μέση , μέση του χωριού προστάτη και γιορτάνι.


Φτάνει μια σπίθα στην ψυχή άσβεστη να απομείνει

και πάνω στα ερείπια νέο χωριό να γίνει.

Γύρω τριγύρω οι πλαγιές βαστούνε χέρι , χέρι ,ολάνθιστες

και όλο δροσιά χειμώνα καλοκαίρι.



Όλης τσ’ Αθήνας τα κλουβιά δώρο να μου τα κάμουν,

του Μανωλιοπούλου μια γωνιά να συγκριθούν δεν φτάνουν.

Επίγειοι παράδεισοι είναι όλα τα χωριά μας,

πόλεμοι δεν τα πτόησαν η κρίση είναι μακριά μας.


Γιαυτό οπού κι αν βρίσκεστε πίσω όλοι γυρίστε

και μέσα στα χαλάσματα καινούργιο σπίτι χτίστε,

δέντρα φυτέψτε ολογυρής ,μυριστικά στσοί γλάστρες

γεράνια και βασιλικούς γαριφαλιές φλογάτες.

Τα δέντρα δίνουνε ζωή κι κήποι σα νασαίνουν,

στα χέρια κάθε δουλευτή χίλια καλά μας φέρνουν,

όποιος τη φύση σέβεται την αγαπά με πάθος

συντρόφισσα έχει πιστή κι ας είναι και μονάχος.


Ιφιγένεια Ι Μπομπολάκη Βουρδουμπά 



« επιστροφή Friendly Printing


     copyrights © 2012, manoliopoulo.gr